Είναι μία απίστευτη ιστορία ενός ανθρώπου που άφησε ανεξίτηλο το στίγμά του στη Σίφνο και τον πολιτισμό της.
Είναι ο Μανώλης ο Κορρές, ο γιος της μαμής του νησιού μας, γεννήθηκε στη Σίφνο το 1922 και πέθανε το 1998.
Το απίστευτο μαμιδάκι, η μαμή που ξεγέννησε τόσα και τόσα παιδιά στη Σίφνο, παραμένει μία από τις μεγάλες μορφές της Σίφνου.
Σε εποχές δύσκολες, με έναν μόνο ηρωϊκό γιατρό και την κυρά μας τη μαμή.
Δύσκολες γέννες, δυσκολες περιπτώσεις.
Η μαμή έμενε στην Καταβατή, στη στροφή του δρόμου όπου σήμερα βρίσκεται το εστιατόριο του Μανώλη του Χρυσόγελου.

Ο Μανώλης και η Ιουλία είναι τα δύο παιδιά που έφερε στον κόσμο.
Και ο Μανώλης έμελλε να μας προσφέρει τόσα και τόσα πράγματα.
Θεατρικός συγγραφέας, χρονογράφος, αρθρογράφος στις σιφναϊκές εφημερίδες.
Στέλεχος της BP, στο Σύνταγμα.
Και Σιφνιός από τους λίγους.

Από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

Αποτύπωσε στα κείμενα του μια Σίφνο που πια δεν υπάρχει.
Και ο ίδιος φρόντισε να αποτυπώσει αυτόν τον μοναδικό κόσμο τη στιγμή που είχε αρχίσει να χάνεται.
Και στα θεατρικά του αποτύπωσε τον πόνο, τη χαρά, τα συναισθήματα, τις τύψεις, τις ενοχές.
Ο Μανώλης ο Κορρες έγραψε έργα βαθειά ανθρώπινα σε μια εποχή που και οι ίδιες οι ανθρώπινες σχέσεις άλλαζαν με γοργό ρυθμό.

Και στο έργο του «Το γηροκομείο» αποτύπωσε τη μοναξιά των ηλικιωμένων και τις τύψεις των παιδιών που δεν καταφέρνουν να φροντίσουν τους γονείς τους όσο θα ήθελαν και όσο θα τους άξιζε.

«Ό τουρισμός…»

 

Αγαπητέ μου ανιψιέ,

 

Ήκαθούμουνε προχτές στήν πεντζούλα, όξω στον καφενέ του Καμπουρακιού, κι ήξάνοια τους ταξιδιώτες πού ξεμπαρκάρανε από το «Κάλυμνος». “Άγνωστες φάτσες οι πιό πολλές, ξένοι λέει, είναι, Γερμανοί, Ιταλοί, Εγγλέζοι, ξέρω γώ ίντα διάτανο είναι, μια κοψιά έχουνε όλοι τωνε, αξύριστοι, ξιπόλητοι, φορτωμένοι σα γαδάροι. Τουρίστες μαθές…

Και μέ το τουρίστες ήθυμήθηκα αύτεσδά τις παλαβιές πού ήγραφες στήν εφημερίδα, μια φορά κι έναν καιρό, πώς και καλά ό τουρισμός είναι ή σωτηρία του νησιού… Ζήτω ό τουρισμός και τέτοιες αηδίες…

Τσέ θωρώ, το λοιπόν, έτσαδά πού παίρνουνε ποδαράτα το δρόμο γιά τό Σταυρί και κάθομαι και σκέφτομαι. Αυτοιδά είναι οι σωτήρες μας!

“Ωρα νά σου ‘ρχει, καυκί! Καέ αύτοιδά ό,τι θές αφήνουν απάνω στο νησί, εκτός από παράδες. Θά μου πεις, βέβαια, πώς είναι οι άλλοι, αύτοιδά πού ‘ρχονται με τα κότερα τωνε στις Καμάρες γιά νά πάρουνε.. . φωτογραφίες και νερό. Ήσωθήκαμε. . .

Κάτσε το λοιπό και γράψε μου, να φωτιστώ κι εγώ ή καμένη, γιά ποιο τουρισμό μου τσαμπουνουσες τόσα χρόνια και που είναι το ίντερέσο της Σίφνου;

Έγώ εκείνο πού θαρρώ είναι πώς ήρχανε τά άγρια να διώξουνε τα ήμερα.

“Ερχονται, δηλαδή, οι ξενιτεμένοι Σιφνιοί, νοικοκύρηδες αθρώποι, να περάσουνε ένα μήνα, βλέπουνε τα χάγια της τουριστικιάς Σίφνου και ε μαντινιέρουνε πότε νά πάρουνε το παπόρι να ξαναφύουνε να πάνε στή.. . Λούτσα να κάμουνε διακοπές.

Ήρχε τήν περασμένη Δευτέρα ο συμπέθερός μας, τό Γιώ τ’ Άντού, ήσκασα να τονε γνωρίσω, εν ηξέρω πόσα χρόνια είχαμε ν’ ανταμωθούμε.

Ηκάτσαμε το λοιπόν να τονε κεράσω ένα καφέ και μου ‘πε ό καμένος το παράπονο του. Έφτά χρόνια είχε να ‘ρχει στή Σίφνο. Δουγειές, αρρώστιες, τονε κρατήσανε μακριά. Το φετινό το καλοκαίρι το σκεφτούντανε από το χειμώνα.

Να βγω, λέει, στις Καμάρες, να δω γνωστά κι αγαπημένα πρόσωπα να με καλωσορίτζουνε, χαιρετούρες αοπά, κεράσματα αποκεί, αγκαγιάσματα πιο πέρα.

Ηπλεύρισε τό «Κάλυμνος» στο μόλο, ήπετάχτηκε πρώτος όξω, μα ήπόμεινε τελευταίος. Εκειδά τον ήβρηκα.

—     Γιάντα, συμπεθέρα; Γιάντα;

—    Ό τουρισμός, χαρώ σε, ό τουρισμός.

—     Καέ κι οι παγιοί μου καμαράδοι ήκάνανε πώς ε με ξέρουνε.. .

—     Είναι βιαστικοί, χαρώ σε. Αυταδά έχει ό τουρισμός.

—     Θαρρώ πώς ηκατέβηκα λάθος λιμάνι.

—     Μωρέ καλά ήκατέβηκες, μοναχά οι Καμάρες εν είναι πια όπως τσε ‘ξερες. Έπά είναι ο έμπακέβγας της τουριστικιάς Σίφνου, που να σε προσέξουνε σ’ αύτηδά την πολυκοσμία. ..

—”Ηρχανε, δηλαδή, συμπεθέρα, τα άγρια να διώξουνε τα ήμερα. . .

—     Ν’ αγιάσει το στόμα σου. Καλά τό ‘πες. . . Ηφαωθήκανε να μας εφέρουνε αυτοδά το θεριό πού το λένε τουρισμό κι ετσαδά πού ‘ρχε κι απλώνεται κάθε μέρα, έ θα χωρεί ή Σίφνο τούς Σίφνιους. Να μου το θυμάσαι.

Πολλά είπαμε με το συμπέθερο. Για την ακρίβεια, για την περιποίηση, για τη φασαρία, ήκαμά του την καρδιά περιβόλι.

 

—     Δηλαδή να φύω το λοιπόν τα μπρός-πίσω, έ;

—     Να φύεις, συμπέθερε, και να ‘ρχείς το χειμώνα. Τότε δα κοιμάται ο τουρισμός και ξυπνά ή σιφνέκια ψυχή.

—     Καέ, ποιοι τηνε κατηντήσανε ετσαδά τη Σίφνο μας;

—     Οι γραμματιζούμενοι, χαρώ σε… οι κοντυλοφόροι. . . και οι ατσίδες. “Έ φτάνει να ‘χεις την αλειάδα καλοθρεμμένη. Πρέπει να ξέρεις νά αρμέεις. Κι αυτοί ήμάθανε. Έρχονται τα λεφούσκια οι ξένοι, ξοδεύγουνε του κόσμου τις παράδες, μα πάνε μοναχά στις τσέπες αυτονών. Οι άλλοι, οι πολλοί, παίρνουνε την τύφλα τωνε. .. “Ένα ψωμί είναι ό τουρισμός, μωρέ. Τις χοντρές τις φέτθες τις παίρνουνε οι ατσίδες, τα ψίχουλα τα μαζεύγουνε οι ψιλικαντζήδες. .. Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι πού εδώ ήρχίσανε κι έρχονται ξένοι, κι όλο μπώθουνε τις Σίφνιοι και παίρνουνε εκείνοι το ψαχνό.

—     Δηλαδή, κεράτσα, να την ξεχάσω τη Σίφνο; Ε μπορώ. .. Μ’ αυτή κοιμούμαι, μ’ αυτή ξημερώνομαι.

—     Να μην την ξεχάσεις, μα βάρδα από την τουριστικιά Σίφνο. Τράβα στον Άρτεμώνα, στο Γιαροκόπι, στην Καταβατή και τα Ξάμπελα, και στο Πετάλι. Πάρε τη βάρκα του Καμπουράκη και πήαινε στη Χερόνησο. Εκειδά θα βρεις ακόμη Σίφνο. Και πρόφτασε, καμένε, πριν ανοίξουνε κι εκεί δρόμοι και άσφαρτοι, γιατί τότε πάει κι ή καγιά της κι αυτηνής.

 

[Αναδρομική προσθήκη:

—Εδά πάλι, θα ‘λεγε το Κατέ. . . Και δρόμοι γινήκανε κι άσφαλτος στρώθηκε, έφτασε το ηλεκτρικό και το τηλέφωνο, χαθήκανε κι αυτά τα λιμάνια. Μονάχα μια Πουλάτη μας έμεινε.. . Να δούμε για πόσο ακόμη. . . ]

Το βιβλίο του Μανόλη Κορρέ:

Advertisements

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ