ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΛΑΖΑΡΗ

Ένας Κεφαλλονίτης ναυτικός θυμάται

Αναμνήσεις από ταξίδια
με ένα Τ2, ένα καναδέζικο λίμπερτυ
και ένα αμερικάνικο λίμπερτυ

Ο Θεμιστοκλής Λαζαρής είναι ένας από τους χιλιάδες έλληνες ναυτικούς που
στράφηκε στη θάλασσα τόσο από ανάγκη όσο και από αγάπη.
Κεφαλλονίτης από τα Τζαννάτα του Πόρου Κεφαλληνίας ξεκίνησε από το
παιδί της κουζίνας για να γίνει παραμάγερας, καμαρότος-τροφοδότης.
Όπως οι περισσότεροι ναυτικοί γνωρίζει καλά τον τρόπο να μεταφέρει τα
βιώματά του με τρόπο γλαφυρό και παραστατικό.
Το μικρόβιο της θάλασσας

«Αποφάσισα να πάω στη θάλασσα γιατί αυτή ήταν η τύχη των νησιωτών
εκείνα τα χρόνια.
Μετά τον Εμφύλιο και την καταστροφή ο μόνος δρόμος για να ζήσεις ήταν η
θάλασσα.
Βλέπαμε τους παλιότερους ναυτικούς και τους θαυμάζαμε.
Ήταν τελείως διαφορετικοί άνθρωποι σε σχέση με τους άλλους
συγχωριανούς μας, καθώς είχαν οικονομική άνεση και φορούσαν και ωραία
ρούχα.
Από εκεί μας έμπαινε σιγά-σιγά το μικρόβιο της θάλασσας και του ναυτικού».

Το ναυτικό φυλλάδιο

«Το πρώτο μας μέλημα πώς θα βγάλουμε το ναυτικό φυλλάδιο.
Για να το βγάλεις φυλλάδιο έπρεπε να έχεις κλείσει τα δεκαεπτά χρόνια.
και να έχεις κάπου ναυτολογηθείς.
Ήταν ένας-δυο στο χωριό μας που είχαν καΐκια.

Έτσι, όταν έκλεισα τα δεκαεπτά ναυτολογήθηκα, το 1953, στο «Γεωργία», το
οποίο το είχε ο επιλεγόμενος Στράντζας, δηλαδή ο Σπύρος Γαλιάτσος από
την Κορωνή.
Το άλλο το είχε ο Ηλίας ο Βαλσαμής από τον Πόρο.
Μεταφέραμε από τον Πόρο κάρβουνο στην Πάτρα.
Από την Πάτρα φορτώναμε γενικό φορτίο.
Φορτώναμε ακόμα από τον Πόρο λάδι, τυριά, αλλά και βερύκοκα που τα
πηγαίναμε στο εργοστάσιο του Κλωνή στο Αίγιο.
Kάναμε οκτώ ώρες για την Πάτρα.
Πηγαίναμε με εφτά-οκτώ μίλια την ώρα.
Το 1954 βάλαμε μπροστά να μπαρκάρω.
Τα μπάρκα τότε ήταν πολύ δύσκολα.
Για να μπαρκάρεις έπρεπε να έχεις ένα συγγενή στο καράβι.
Είχα ένα θείο, τον αδελφό της μάνας μου, αλλά αυτός δεν ερχόταν στην
Ευρώπη. Ήταν μάγειρας σε ένα Liberty του Εμπειρίκου, το “Endeavour”.

Η εποχή

«Ήταν μια χρυσή εποχή
Δεν πρόκειται να έρθουν ξανά τέτοιες συνθήκες.
Σταματά ο εμφύλιος 1949.
Αρχίζει η ελεύθερη διακίνηση του κόσμου το 1950-1951
Αρχίζουν να έρχονται τα Λίμπερτυς».

ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΛΑΖΑΡΗ

Το πρώτο μπάρκο
«Οι Έλληνες είχαν εφεύρει πρώτοι τον «τουρισμό».
Έφυγα, λοιπόν, από την Ελλάδα και πήγα με δύο παιδιά από τη Λειβαθώ στην
Ολλανδία ως «τουρίστας».

Μου έδωσε ο πατέρας μου για το ταξίδι είκοσι δολάρια.
Για την Ολλανδία φύγαμε στα τέλη Απριλίου του 1954 με το «Άνδρος» του
Διαπούλη και φτάσαμε στο Πρίντεζι.
Το βαπόρι θα πήγαινε στην Ιταλία να φορτώσει Ιταλούς τουρίστες.
Από εκεί πήραμε το τραίνο για να πάμε στην Ολλανδία.
Με τους Ιταλούς η συνεννόηση ήταν πιο εύκολη, καθότι είμαστε επτανήσιοι.
Εγγλέζικα, όμως, δεν ήξερε κανείς.
Γνώριζα μόνο τις λέξεις γάλα και το τσάι (milk and tea), αλλά δεν ήξερα ποια
αντιστοιχεί σε ποια.
Τα δύσκολα άρχισαν όταν φτάσαμε στη Γαλλία.
Οι Γάλλοι δεν μας έδιναν σημασία σε όσα τους ρωτάγαμε.
Έπρεπε να φύγουμε από το σταθμό για να πάμε σε άλλο σταθμό, όπου γινόταν
η μετεπιβίβαση για την Ολλανδία.
Μας βοήθησε, ευτυχώς, ένας αστυνομικός.
Το μόνο που ξέραμε να λέμε ήταν “Rotterdam-Rotterdam».

Στην Ολλανδία

«Στην Ολλανδία πήγαμε να μείνουμε σε ένα ξενοδοχείο.
Το ξενοδοχείο ονομαζόταν «Πειραιάς» και το είχε ο Βασίλης, ένας Έλληνας
από την Κωνσταντινούπολη.
Στην Ολλανδία ήταν δύσκολα τα πράγματα.
Μετά με πήρε ο Βασίλης στο εστιατόριο και έπλενα τα πιάτα και δεν πλήρωνα
ενοίκιο.
Ο κίνδυνος ήταν να μην βρω καράβι και να μείνω στην Ολλανδία.
Ευτυχώς, στις 10-15 ημέρες βρήκα ένα βαπόρι».

Στο γκαζάδικο Τ2 «Κύανος»
του Ευάγγελου Νομικού

«Μπαρκάρησα στις 4 Μαΐου 1954
Ήταν ένα Τ2 του πολέμου, ελληνικής ιδιοκτησίας του Ευάγγελου Νομικού, με
σημαία Λιβερίας.
Τα «Τ2» ήταν γκαζάδικο, χωρητικότητας 15.000 τόνων, με τουρμπίνες
μηχανές και κατανάλωση 40 τόνους το εικοσιτετράωρο.
Τα πλοία αυτού του τύπου τα είχαν φτιάξει για τον πόλεμο.
Το βαπόρι λεγόταν «Κύανος».

Ο Ευάγγελος Νομικός

Ο Ευάγγελος Νομικός ήταν αδελφός του Μάρκου Νομικού. Ο πατέρας τους
ήταν ο Πέτρος ο Νομικός της «Θηραϊκής Ατμοπλοΐας».
Ο Μάρκος ο Νομικός είχε και ποστάλια, εκτός από τα φορτηγά, όπως το
«Μιαούλης», το «Κανάρης», το «Αχιλλεύς» και το «Αγαμέμνων».

Στο «Κύανος»

«Το πλήρωμα ήταν ανακατωμέναο.
Σκωτζέζος καπετάνιος, Γερμανοί μηχανικοί, Γερμανός μάγειρας.
Με βάλανε στην κουζίνα ως galley-boy, το παιδί της κουζίνας για τις
κατσαρόλες.
Ο μάγειρας, ο παραμάγειρας και εγώ.
Με τον Γερμανό μάγερα ήταν πολύ δύσκολα τα πράγματα.
Ευτυχώς ο παραμάγερας ήταν Κεφαλλονίτης, κάποιος Γαλιατσάτος.
Έπαιρνα δέκα λίρες το μήνα.
Το πλήρωμα ήταν σαράντα δύο άτομα».

Στον Πειραιά για επισκευή

«Κάναμε ένα-δύο ταξίδια και γυρίσαμε στον Πειραιά για επισκευή.
Κάναμε 40 μέρες επισκευή στου Ξαβέριου, δεμένοι με πριμάτσες.
Έμεινε μέσα στο βαπόρι μόνο ο καπετάνιος, η γυναίκα του, ο νοτιοαφρικάνος
τροφοδότης.
Με κράτησαν και εμένα να βοηθώ.
Στις 20 Σεπτεμβρίου 1954 το πλοίο ναυλώθηκε.
Έκανε ελληνικό πλήρωμα με καπετάνιο εγγλέζο.
Έμεινα στο «Κύανος» σερί 3 χρόνια και 12ημέρες.
Ο μισθός σταδιακά έγινε 25 λίρες και μετά έφτασε τις 36 λίρες».

Στο «President Stayn»,
ένα καναδέζικο λίμπερτυ

«Στη Σέουτα άφησα το «Κύανος»και πήγα στην Algeciras και μπαρκάρησα
στο επόμενο βαπόρι, το «President Stayn».
Ήταν ένα καναδέζικο λίμπερτυ, με νοτιοαφρικανική σημαία.
Έμεινα ένα χρόνο στο βαπόρι.
Πήγα μέσα ως καμαρότος-τροφοδότης (steward).
Στο καναδέζικο λίμπερτυ δεν ήταν τόσο καλά τα πράγματα
Στην πρύμνη έμενε το κατώτερο πλήρωμα, ενώ οι αξιωματικοί ήταν στο
μεσαίο κομοδέσιο.
Φορτωμένο το βαπόρι με λιπάσματα από το Βέλγιο φύγαμε για τη Σαγγάη και
μπήκαμε στο ποτάμι.
Τον Ιούνιο του 1958 ήρθε το πλοίο στην Αγγλία και δέσαμε λόγω κρίσης. Η
κρίση κράτησε τρία-τέσσερα χρόνια.
Ξεμπαρκάρησα και ήρθα στην Ελλάδα για να πάω στρατιώτης.

Τον Ιούνιο του 1958 πήγα ναύτης στο Λιμενικό όπου υπηρέτησα για 27
μήνες».

Στο αμερικάνικο λίμπερτυ
“President Hoffman”

«Τον Ιανουάριο του 1961, μόλις απολύθηκα, βρήκα και έφυγα με ένα
αμερικάνικο λίμπερτυ.
Πήγαμε στην Αλεξανδρούπολη και το παραλάβαμε.
Ήταν το “President Hoffman”
Εδώ οι συνθήκες ήταν τελείως διαφορετικές.
Η επιθυμία μας τότε ήταν πώς θα καταφέρουμε να μπούμε σε ένα λίμπερτυ.
Τα βαπόρια αυτά ήταν βασιλοβάπορα.
Ήταν όλο το πλήρωμα μαζί στη μέση του βαποριού και ζούσαμε με ανέσεις.
Οι καμπίνες ήταν όλες στη μέση.
Το λίμπερτυ είχε 32 άτομα πλήρωμα».

Στο “President Hoffman”

«Το “President Hoffman” ήταν ένα από τα εκατό πρώτα Liberties.
To αρχικό του όνομα ήταν «Λούλα Νομικός», το όνομα της γυναίκας του
Ευάγγελου Νομικού.
Μετά άλλαξε σημαία και έβαλε νοτιοαφρικανική σημαία και ονομάστηκε ως
«President Hoffman»
Δεν είχε ΝΑΤ.
Κάθησα μέσα 18 μήνες.
Η ζωή ήταν τελείως διαφορετική.
Στο αμερικάνικο λίμπερτυ πήγα καμαρότος-τροφοδότης (steward).
O μάγειρας ήταν Έλληνας, ο Γιώργος Μάρκου από τη Σίφνο.

Και στα τρία βαπόρια κάναμε μαζί.
Στα προηγούμενα δύο βαπόρια ο Γιώργος ο Μάρκου ήταν παραμάγειρας.
Ξεμπαρκάρησα για να πάω με το κότερο του Νομικού, το «Πήγασος».
Μετά πήγα με ένα γκαζάδικο το “Resident Bradt”.
Ελληνικό εδεσματολόγιο
«Στο Λίμπερτυ είχαμε ελληνικό εδεσματολόγιο.
Είχε δύο καμαρότους για τις καμπίνες
Και τον stewart-τροφοδότη (με αρμοδιότητες την τροφοδοσία, τα ψυγεία, τις
αποθήκες, τον ιματισμό).
Πρωϊνά:
Τεϊον μετά ζαχάρεως, νωπού βουτύρου και μαρμελάδος.
Αυγά, λουκάνικα, ή μπέικον.
Κάποιες μέρες της εβδομάδας είχαμε κουάκερ και κορν φλεικς.
Δευτέρα μεσημέρι:
Σούπα βραστό, σαλάτα και κάποιο ορεκτικό.
Δευτέρα βράδυ:
Κάποια εντράδα (λαδερό με κρέας)
Τρίτη μεσημέρι
Πιλάφι, ψητό ή τας κεμπάπ με πατάτες, φρούτο.
Τρίτη βράδυ
Μπριζόλα, πατάτες τηγανητές, σαλάτα
Τετάρτη μεσημέρι
Η άσχημη μέρα ήταν η Τετάρτη γιατί είχε ψάρι.
Γίνονταν μεγάλοι καυγάδες.Τα ψάρια ήταν κατεψυγμένα.
Τα ψάρια γίνονταν σούπα, πλακί, ή τηγανητά.
Όταν είχαμε ψάρια υποφέραμε.
Η Τετάρτη και η Παρασκευή ήταν οι μέρες του καυγά.
Τετάρτη βράδυ
Μπιφτέκι, πατάτες τηγανητές.
Πέμπτη μεσημέρι
Μακαρονάδα με roast beaf ή κιμά, ένα καλό ορεκτικό (σολωμός, γαρίδες του
κουτιού), σαλάτα, μπύρα.
Πέμπτη βράδυ
Το βράδυ είχε κοτόπουλο ψητό.
Παρασκευή μεσημέρι
Η Παρασκευή ήταν πάλι μια μέρα δυστυχίας.
Το μεσημέρι είχε φακή και μαζί ψάρι
Είχε πάντα δύο φαγητά.
Παρασκευή βράδυ
Κάποιο λαδερό.
Σάββατο μεσημέρι
Σούπα βραστό κρέας.
Σάββατο βράδυ
Γιουβέτσι.
Κυριακή μεσημέρι
Παστίτσιο, ψητό κρέας με πατάτες, ορεκτικό, σαλάτα, μπύρα
Η Κυριακή ήταν πάντα η ξεχωριστή μέρα.

Κυριακή βράδυ
Κοτόπουλο ψητό με πατάτες
Τα γλυκά
Πέμπτη και Κυριακή είχε γλυκό
Τα γλυκά ήταν συνήθως ρυζόγαλο, σβίγκοι, ραβανί.
Τα βαπόρια υλικά δίνανε.
Αλλά το αποτέλεσμα εξαρτιόνταν από τις ικανότητες και τη φαντασία του
μάγειρα και του stewart.
Οι περισσότεροι μάγειροι ήταν βαπορίσιοι μάγειρες, αυτοδίδακτοι, οι οποίοι
είχαν ξεκινήσει από βοηθοί και παραμάγειροι. Στους πιο πολλούς έβγαζες το
καπέλο. Με αυτούς τα εδέσματα ήταν σχεδόν πάντα τα ίδια και δεν υπήρχε
μεγάλη διαφοροποίηση.
Τα τελευταία, όμως, χρόνια ήρθαν οι μάγειροι από τα κρουαζιερόπλοια και
άλλαξε η μορφή του φαγητού μέσα στα καράβια».
Οι γιορτές

«Στις γιορτές το φαγητό ήταν πλούσιο. Και δίνονταν μπύρες.
Οι μεγάλες γιορτές και τα ξεχωριστά φαγητά ήταν:
– Του Αγίου Νικολάου, η οποία ήταν αργία στο βαπόρι.
– Η Κυριακή του Πάσχα πολύ πλούσια. Εδώ η φαντασία και η ικανότητα
του μάγειρα έπαιζε σπουδαίο ρόλο (τσουρέκια, κ.ά.)
– Η γιορτή της Παναγίας στις 15 Αυγούστου
Οι σιψάντηδες

«Σε κάθε λιμάνι που πηγαίναμε ερχόνταν οι σιψάντηδες. Η κάθε εταιρεία στο
κάθε λιμάνι είχε δικό της σιψάντη.
Σπάνια δεν είχε σιψάντη και τότε έρχονταν στο καράβι διάφοροι υποψήφιοι
και ο καπετάνιος αποφάσιζε από ποιον σιψάντη θα παίρναμε τα στόρια.
Είχαμε έτοιμη την λίστα.

Ερχόταν ο σιψάντης και την έπαιρνε.
Τις προμήθειες (στόρια) παραλαμβάναμε στην κουβέρτα.
Στη φούρια γινόταν και λάθη.
Τα έλεγχες όσο μπορούσες.

Στο Laudry

«Κάθε Σάββατο μεσημέρι, μετά το φαγητό, ήταν υποχρεωμένος ο τροφοδότης
να πάει στο ρουχισμό (Laudry) και να παραλάβει από το κατώτερο πλήρωμα
τα άπλυτα σεντόνια, τις μαξιλαροθήκες και τις πετσέτες. Και φυσικά να τους
δώσει καθαρά.
Στο λιμάνι τα έδινε έξω στο Laudry, το οποίο τα έπαιρνε και τα έφερνε
καθαρά.
Εμείς δεν είχαμε πλυντήρια τότε.
Ο καθένας είχε το δικό του μπουγέλο και εκεί έπλενε τα ατομικά του ρούχα.
Η αλλαγή σεντονιών γινόταν κάθε οκτώ ημέρες.
Αγοράζαμε και καινούρια όταν φθείρονταν τα παλιά.
Συνήθως, όμως, η προμήθεια του ρουχισμού γινόταν μέσω του γραφείου.
Κάθε έξι μήνες έκανες απογραφή για να δεις τι έχεις και τι δεν έχεις.
Και κάθε τρείς μήνες κάναμε απολογισμό για να βγάλουμε πόσα χρήματα
δίναμε για την τροφοδοσία.

Το πλήρωμα

Στην αρχή, τη χρυσή εποχή, είχαμε τρία καμαροτάκια, ένα για το πλήρωμα,
ένα για τους αξιωματικούς και ένα για τις καμπίνες.
Τη χρυσή εποχή αυτός που είχε σερβίρισμα δεν έκανε τίποτα τα άλλο.
Μετά γίνανε δύο τα καμαροτάκιακαι αυξήθηκε οι αρμοδιότητες.
Το κατώτερο πλήρωμα έτρωγε σε ξεχωριστή τραπεζαρία.

Ο λοστρόμος, ο μαραγκός, ο αντλιωρός, ο μάγειρας,ο τροφοδότης ήταν στους
υπαξιωματικούς λίγο καλύτερα από το κατώτερο πλήρωμα.
Στα τέσσερα μεγάλα βαπόρια ήταν και το καπνιστήριο ξεχωριστά.,
Τον καπετάνιο δεν τον πολυβλέπαμε.
Μόνο ο καμαρότος τον έβλεπε.
Η εποχή από τα Liberty και ύστερα άφησε εποχή.
Τα πρώτα Liberties παρέλαβαν οι έλληνες εφοπλιστές ήταν εκατό.
Τα αγόραζαν οι έλληνες και κάνανε λεφτά.
Ταξίδεψαν μέχρι και το ’70 και λίγο μετά».
Στα άλλα πλοία

«Ταξίδεψα ακόμα με το «President “Bradt”, γκαζάδικο 26000 τόνων.
Και στη συνέχεια, μαγειροκαμαρότος, με το «Καλυψώ», το «Νικόδρομος», όλα
της ίδιας πάντα εταιρείας του Ευάγγελου Νομικού.
To τελευταίο που έκανα ήταν το “Ουρανούπολις”.

ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΛΑΖΑΡΗ

Λεξιλόγιο:
– steward: καμαρότος, τροφοδότης
– σιψάντης: Προμηθεύει με στόρια εμπορικά πλοία. Από τον αγγλικό όρο
«ships chandler».
– «President Stayn»
Martinus Theunis Steyn (2 Οκτωβρίου 1857 – 28 Νοεμβρίου 1916):
Ο 6 ος Πρόεδρος της Νότιας Αφρικής από τις 4 Μαρτίου 1896 έως τις
30Μαΐου 1902.
– «President Ηoffman»
Josias Philip Hoffman (15 Ιουνίου 1854 – 10 Φεβρουαρίου 1855)
Ο Πρώτος Πρόεδρος της Νότιας Αφρικής (Orange Free State) από το
1854 έως το 1855.

Advertisements