Ο χρόνος είναι μια έννοια σχετική.
Yπάρχουν άνθρωποι που καταφέρνουν στη ζωή τους να ξεπεράσουν την στενή έννοια του χρόνου και να γίνουν διαχρονικοί.
Ας θέσουμε ένα ερώτημα.
Πόσο πιθανό είναι να ζει σήμερα, στις Καμάρες της Σίφνου, άνθρωπος που:
Στην Κατοχή να ταξίδευε μέσα στην άγρια νύχτα με το καΐκι του πατέρα του για Σέριφο και Κίμωλο συμβάλλοντας στον δύσκολο αγώνα για επιβίωση
Από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’50 να πάλεψε αμέτρητες φορές με τα κύματα των Καμαρών για να μεταφέρει τους επιβάτες από τα καράβια που έμεναν αρόδου μέχρι την άμμο ή τον μικρό μώλο των Καμαρών. Όλο αυτό κράτησε μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 που ολοκληρώθηκε η κατασκευή του μεγάλου μώλου.
Συνέχισε να δουλεύει ως καβοδέτης από την ολοκλήρωση του μώλου μέχρι τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα
Κινδύνεψε στη ζωή του αμέτρητες φορές και κατάφερε να βγει αλώβητος
Συνεχίζει και σήμερα, όσο μπορεί, τις αγροτικές δραστηριότητες του.

ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΩΣ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΟΥ ΛΙΜΕΝΙΚΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΓΙΩΡΓΟ ΤΡΟΥΛΛΟ

Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άλλος από τον Αγγελέ του Μπουλή, τον Άγγελο Καλογήρου.
Αρχετυπική μορφή των Καμαρών.
«Ο πιο παλιός», όπως λέει ο ίδιος.
«Ο τελευταίος των Μοϊκανών» θα προσθέταμε εμείς.
Γεννημένος το 1938.
Ένας Καμαριανός σεμνός, ταπεινός, με μεγάλη αγάπη για τον τόπο του και την οικογένειά του.
Έχει έναν γιο το Γιάννη, παντρεμένο στη Σίφνο και δύο εγγόνια, τον Άγγελο και τον Γαβριήλ.

Η οικογένεια Καλογήρου
Ο Αγγελές του Μπουλή μας ξεδίπλωσε μέσα σε μία ώρα κάποιες πτυχές της ζωής του.
Η αφήγησή του ήταν κινηματογραφική.
Ο πατέρας του ήταν ο Γιάννης ο Μπουλής, ναυτικός.
Τα αδέλφια ήταν πέντε.
Ο Αγγελές, ο Γιώργης, ο Σπύρος, ο Κώστας που σκοτώθηκε στα Ναυπηγεία και ο Μανώλης που ξενιτεύτηκε στην Αμερική.
Οικογένεια μονιασμένη και αγαπημένη.


Το ίδιο αγαπημένα παραμένουν σήμερα και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους.
Μας αφηγήθηκε σκηνές από τη ζωή του.
Σαν σκηνές από ταινία πέρασαν από μπροστά μας εικόνες της Κατοχής, της Σίφνου του ’50, του ‘60, του ’70, του ’80, του ’90, των χρόνων από το 2000 μέχρι σήμερα.
Η αφήγηση του Αγγελέ είναι καθηλωτική.

Ηρωϊκές εποχές
Μαζί με τον καπετάν-Γιώργη τον Καμπουράκη, τον Μπελενιό, τον Νικολό του Σταύρου, το Γιο του Μπουλή, τον αδελφό του, πάλεψαν για χρόνια με τα κύματα και τους καιρούς με λάντζες και με βάρκες.
Συχνά ξυπνούσαν μέσα στην άγρια νύχτα, έριχναν τις βάρκες στη θάλασσα και πήγαιναν στο καράβι να παραλάβουν τους επιβάτες.
Όταν ο καιρός ήταν αγριεμένος έβγαζαν τους επιβάτες στους ώμους.
Μουσκεμένοι ως το κόκαλο από το θαλασσινό νερό, αλλά πάντα πιστοί στην αποστολή τους.

Ο μεγάλος γιατρός της Σίφνου, ο Σωτήρης Τριανταφύλλου, τους είχε πει να μην φοβούνται όταν βρέχονται με θαλασσινό νερό. Αυτό που πρέπει να φοβούνται είναι το βρόχινο νερό.
«Αγγελέ, τη θάλασσα μην τη φοβάσαι. Βάρδα να μην βραχείς με βρόχινο νερό»
Ίσως ο γιατρός ο Σωτήρης να είχε δίκιο. Και για αυτό κατάφεραν να επιβιώσουν σε δύσκολους καιρούς.

Ο ίδιος ο Αγγελές θυμάται τον εαυτό του να μην στεγνώνει ποτέ.
«Πάντα βρεγμένος ήμουν».

Με το σκοινί της τράτας
Ο Αγγελές μας είπε κάτι που σήμερα μοιάζει απίστευτο.
Όταν είχε σοροκάδα τον έστελνε ο πατέρας του να πάρει το σκοινί της τράτας του Ανδρέα του Μπαμπούνη.
Είναι το σκοινί με το οποίο τραβούσαν το δίχτυ της τράτας είτε από το καΐκι είτε από τη στεριά.
Έπαιρναν το σκοινί, κρατούσαν τη μία άκρη στην άμμο και την άλλη την ξεδίπλωναν από τη βάρκα που πήγαινε να πάρει τους επιβάτες από το καράβι.
Για να μπορέσει η βάρκα να γυρίσει στην άμμο των Καμαρών τραβούσαν το σκοινί της τράτας οι άνθωποι από την άμμο.
Η βάρκα δεν μπορούσε να ζυγώσει στο μώλο από τη θαλασσοταραχή.
Έβγαζαν τον κόσμο στον ώμο από τη βάρκα.
Ο Αγγελές θυμάται τον εαυτό του δεκατριών χρόνων να βγάζει τους ανθρώπους από τη βάρκα στον ώμο.

Το καράβι
«Το καράβι ερχόταν και φουντάριζε στο φανάρι.
Πηγαίναμε με τις βάρκες να πάρουμε τους επιβάτες.
Δεν μπορούσαμε να πάμε με τις μηχανές και πηγαίναμε με τα κουπιά.
Όταν είχε καιρό η θάλασσα μας έσβηνε τη μηχανή.
Η σκάλα του πλοίου ανεβοκατέβαινε δέκα-έντεκα σκαλιά.
Πιάναμε τους ανθρώπους και τους κατεβάζαμε από τον ώμο».

Δύσκολη ζωή
Στην Κατοχή πήγαινε με τον πατέρα του στην Κίμωλο και τη Σέριφο μέσα στη νύχτα.
Τη μέρα δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν για τον φόνο των Ιταλών.
Οι Ιταλοί είχαν βουλιάξει ένα καΐκι με ασβέστη στις Καμάρες.
Είχαν βουλιάξει και ένα καϊκι με βόδια προς τη μεριά της Φασολού του Φάρου με διακόσια ζώα.
Με το καΐκι μετέφεραν τσικάλια στα γειτονικά νησιά και από εκεί έπαιρναν τρόφιμα.
Χαρακτηριστικά ανέφερε για την Κατοχή:
«Ο πατέρας μου με το πανί έζησε τη μισή Σίφνο στην Κατοχή. Κουβαλούσαμε τροφές στο νησί».

Θυμάται το «Μοσχάνθη», το «Γλάρος», το «Ιόνιον», το «Έλενα Π», το «Μαριλένα», το «Κάλυμνος».
«Έβρεχε από σταμνιού φουρτούνα και εμείς πέφταμε με τα ρούχα στη θάλασσα για να ρίξουμε τις βάρκες στη θάλασσα και να πάμε στο καράβι.
Ο κάθε επιβάτης έδινε ότι ήθελε και ότι μπορούσε.
Και αν δεν είχε να δώσει δεν έπαιρναν τίποτα.
Ο πατέρας μου δεν έπαιρνε τίποτα από στρατιώτες και όσους δεν είχαν να πληρώσουν».
Όλα αυτά τα χρόνια βίωσε δύσκολες καταστάσεις.
«Όταν είχε καιρό τις βάρκες τις βγάζαμε από το σύρμα, το οποίο ήταν στο μαγαζί του Καμπουράκη. Τώρα δεν υπάρχει πια.
Κάποια φορά μπατάρει η βάρκα και παίρνει τον Νικολό του Σταύρου από κάτω.
Εμείς προσπαθούσαμε να την γυρίσουμε, αλλά ήταν αδύνατο.
Και ένα θαύμα πραγματικό γίνηκε τότε από τον Άγιο Γεώργιο, καθώς ήρθε ένα κύμα και την ξαναγυρίζει τη βάρκα από την καλή και σώθηκε ο άνθρωπος.
Σε εκείνες τις εποχές ο ένας βοηθούσε τον άλλο και ο ένας έτρεχε για τον άλλο».

Tα παλιά τα χρόνια έρχονταν τα καΐκια για να φορτώσουν τα τσικάλια.
Με τις βάρκες ο Αγγελές και οι άλλοι βαρκάρηδες τα μετέφεραν στο καΐκι.
Θυμάται ότι ερχόντανε ένα παπόρι από την Κύπρο και φόρτωνε δέκα-δεπαπέντε μέρες. Το παπόρι ήταν αρόδου και τα σικάλια τα μετέφεραν οι βάρκες.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΝΤΑΖΟΓΛΟΥ

Ο Αγγελές θυμάται το μεγάλο φουγάρο των Καμαρών.
Ψήνανε το μετάλλευμα για να ξεχωρίσουν το ασήμι και το χρυσό.
Το φουγάρο αυτό το γκρέμισαν.

Ο μώλος των Καμαρών
Ο μώλος των Καμαρών ολοκληρώθηκε το 1972.
Από εκεί και πέρα, ο Αγγελές έγινε καβοδέτης.
Όμως, ούτε τώρα τα πράγματα ήταν εύκολα.
«Υπήρχαν φορές που η θάλασσα σκέπαζε τρία μέτρα το μώλο των Καμαρών και εμείς να προσπαθούμε να πιάσουμε το βιλάϊ.
Πολλές φορές έπεφτα στη θάλασσα για να πιάσω το βιλάϊ».
Οι καταστάσεις αυτές είναι εξωπραγματικές για μας σήμερα.
Οι άνθρωποι αυτοί είχαν μάθει στις δυσκολίες και για αυτούς όλα ήταν δυνατά.

Η λάντζα «Άγιος Νικόλαος»
Η λάντζα της οικογένειας πήρε το όνομα «Άγιος Νικόλαος».
Ναυπηγήθηκε στη Χαλκίδα.
Όταν ο πατέρας, ο Γιάννης ο Μπουλής την παρήγγειλε είπε στα παιδιά του:
«Η λάντζα μας θα είναι καταδίωξη».
Εννοούσε πως θα είναι πολύ γρήγορη
Και πράγματι ήταν με την εξακύλινδρη μηχανή της.
Την λάντζα τη δούλευε ο Αγγελές.
«Στη δεκαετία του ’60 έπαιρνε τη λάντζα και πήγαινα στο Βαθύ με επιβάτες.
Κάποια φορά στα 1961 είχα 30 επιβάτες και κινδύνεψα με τη λάντζα.
Καταφέραμε να φτάσουμε στο Βαθύ και όλα πήγαν καλά».
Η λάντζα πουλήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70 μετά την διάνοιξη του δρόμου του Φάρου και του Πλατυ-Γυαλού και την κατασκευή του μώλου των Καμαρών.

Τα βαπόρια
Ο Αγγελές θυμάται τα παλιά βαπόρια.
«Το «Κάλυμνος» ήταν βαπόρι γερό, μαγκιώρο.
Βαρύ βαπόρι, εγγλέζικο, καρφωτό».
Θυμάται τον καπετάνιο του «Κάλυμνος», τον καπετάν-Λάζαρο το Γαβαλά.
«Έφερνε το βαπόρι με όλο το δρόμο μέσα στο λιμάνι.


Το σημαντικό ήταν να πιάσουμε τον κάβο για να δέσει το πλοίο».
Θυμάται τον καπετάν-Στέλιο το Βιτσαρά.
Χρόνια μετά τον συνάντησε στο λιμάνι του Πειραιά να κάνει τη βόλτα του με το κομπολόϊ του.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΑΛΟΥ
ΤΟ ΚΥΚΛΑΔΕΣ
ΤΟ ΓΛΑΡΟΣ
ΤΟ ΚΑΤΕΡΙΝΑ

Το βαπόρι που άλλαξε τα δεδομένα της γραμμής ήταν το «Άγιος Γεώργιος» του Κωνσταντίνου Βεντούρη, το αποκαλούμενο και Ξιφίας λόγω της μυτερής του πλώρης.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΝΤΑΖΟΓΛΟΥ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΝΤΑΖΟΓΛΟΥ

Για το «Διονύσιος Σολωμός» μας είπε:


«Είναι πάπορος, πολύ ωραίο βαπόρι.
Εξυπηρετεί πολύ, καθαρό βαπόρι, ευρύχωρο».

«Τα παλιά τα χρόνια θέλαμε τρεις μέρες για να πάμε με το καΐκι μέχρι τον Πειραιά.
Και σήμερα ο κόσμος φωνάζει αν το βαπόρι αργήσει μισή ώρα.
Δεν έχουν ζήσει τα παλιά τα χρόνια για να δουν οι άνθρωποι τι περάσαμε εμείς οι παλιοί».

 

Προς το τέλος της θητείας του ως καβοδέτης βίωσε μία πολύ δύσκολη κατάσταση.
Μια φοράμε με σορόκο κινδύνεψαν και οι καβοδέτες και το «Ρομίλντα».
Καπετάνιος τότε στο «Ρομίλντα» ήταν ο καπετάν-Γιάννης ο Μάναλης.
Από τον καπετάνιο αυτόν ανέλαβε αργότερα ανέλαβε ο καπετάν-Ισίδωρος ο Λιγνός.
Στο κεφάλι ήταν δεμένο το δεξαμενόπλοιο «Ιωάννης Κ.»
Ο πλοίαρχος τους είπε να βάλουν και τους δύο κάβους σοφράνο.
Ο καιρός ήταν σορόκος.
Ήρθε το βαπόρι, βιράρανε οι κάβοι, έδεσε κανονικά.
Είχε να βγάλει δεκατέσσερα φορτηγά στη Σίφνο.
Ξεφόρτωσε και όλα κυλούσαν ομαλά.
Όμως, φρακάρανε οι κάβοι του «Ρομίλντα» και του «Ιωάννης Κ» και δεν μπορούσαν να τους λύσουν.
Στο μώλο ήταν ο Αγγελές του Μπουλή, ο Αντώνης ο Καμπουράκης και ο Σίμος ο Ποδότας.
Οι κάβοι είχαν φρακάρει και δεν λύνονταν με τίποτα.
Πήγε ο Σίμος να πάρει το μεγάλο μαχαίρι από το μαγαζί.
Ο Αγγελές λέει τότε στους άλλους δύο:
«Φευγάτε εσείς που είστε μικροί, θα τον κόψω εγώ»
Πάει ο Αγγελές από κοντά και κόβει τον ένα κάβο με το μαχαίρι.
Αμέσως ο άλλος κάβος κόπηκε από μόνος του.
Ο κάβος είναι πολύ επικίνδυνο πράγμα.
«Τότε με το «Ρομίλντα» ήξερα πού θα τον κόψω τον κάβο.
Ήκοψα τον κάβο και έπεσε ο κάβος στο καράβι και σώθηκε το καράβι».

Η αγωνία για το λιμάνι των Καμαρών
Η αγωνία του Αγγελέ για το λιμάνι είναι μεγάλη.
Το λιμάνι των Καμαρών δεν μπορεί να εξυπηρετήσει πια τις ανάγκες.
Η κίνηση έχει μεγαλώσει κατά πολύ.
Με το ίδιο λιμάνι που η επέκτασή του ολοκληρώθηκε το 1989 η Σίφνος παλεύει να εξυπηρετηθεί στα 2022 όταν η κίνηση είναι κατά πολύ μεγαλύτερη.
Η έλλειψη μαρίνας στερεί από το νησί σημαντικά έσοδα.
Ο Αγγελές μας είπε, μεταξύ άλλων:
«Σήμερα την Καμάρα την έχουν εγκαταλείψει.
Το λιμάνι το έχουν τορπιλίσει.
Τα βουνά είναι παρμένα και είναι πολύ δύσκολο να γίνει ο δρόμος πάνω από τις Καμάρες.
Πρέπει να γίνει ένα ωραίο λιμάνι που να εξυπηρετεί.
Πρέπει να γίνει ο δρόμος.
Δεν υπάρχει δρόμος. Περνούνε νταλίκες μπροστά από τα μαγαζιά και έχουν γίνει ατυχήματα.
Ο δρόμος πρέπει να είναι ανεξάρτητος από τα μαγαζιά των Καμαρών.
Και πρέπει να γίνει και η μαρίνα.
Έρχονται και δένουν τα ”Sea Jets” και δεν μπορούν να δέσουν τα κότερα.
Δεν υπάρχει χώρος για τα κότερα.
Και τώρα ζούμε στη ζούγκλα και δεν κάνουμε τίποτα»

Σε δύο φράσεις του περικλείεται η πραγματικότητα που κάποιοι δεν θέλουν να αντιληφθούν:
«Κάμε κάτι στη Σίφνο.
Αν δεν γίνει το μουράγιο η ζημιά θα γίνει»

Κάποιες φωτογραφίες της εποχής από τον Ευάγγελο Παντάζογλου:

Σε όσες φωτογραφίες δεν γράφουμε πηγή δεν γνωρίζουμε τον φωτογράφο

Advertisements