Χτες το πρωί έφυγε ένας από τους πιο αγαπημένους μου, ο πιο κοντινός συγγενής μετά τους γονείς μου, ένας από τους πιο έξυπνους, καλούς, και άξιους ανθρώπους που έχω γνωρίσει.
Τον κλαίει όλο το νησί παρότι όλοι ξέραμε ότι εδώ και καιρό δεν ήταν καλά. Δεν υπάρχει άνθρωπος πάνω στη Σίφνο που να μην έχει μια ιστορία να πει για το Θωμά, κάτι να θυμηθεί. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μην έχει ζητήσει τη βοήθειά του σε κάποια στιγμή. Για πόσους ανθρώπους μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο;
Να πω κι εγώ αυτά που θέλω να θυμάμαι :
– Το Μεγάλο Σάββατο το μεσημέρι στο σπίτι μας στην Απολλωνία που ερχόταν βρέξει χιονίσει για να φέρει το κρασί του μαστέλου, τα αμπελόκλαδα και να κάτσει να φάμε συκωτάκια τηγανητά, γλυκάδια και αυγά μετά την «πρώτη Ανάσταση». Σχεδόν όλα τα Μεγάλα Σάββατα της ζωής μου. Φέτος μόνο, δεν ήρθε.
– Τη σακούλα με τις μελιτζάνες, τις ντομάτες, τα καλούδια του κήπου του, που άφηνε στο καπάκι της στέρνας διακριτικά.
– Την έγνοια του για όλα τα παιδιά της οικογένειας και της ευρύτερης οικογένειας – ξέρουν αυτές – σε όλα τα ζόρια μας.
– Την αφηρημάδα του. Πόσοι δεν παρεξηγήθηκαν τα πρώτα χρόνια και πόσοι δεν του έκαναν πλάκα αργότερα, που μπορεί να σ’ έβλεπε στο δρόμο και να μη σου μιλούσε. Στην πραγματικότητα δεν σε είχε δει ποτέ.
– Το χιούμορ του, τη ντομπροσύνη, τον κυνισμό όσων έχουν εξοικειωθεί με τραύματα, πόνους και αρρώστιες.
– Την τρυφερότητα στα μάτια του.
– Τη γλυκιά ντροπαλοσύνη και τη σεμνότητα.
– Ότι ήταν ο αγαπημένος της μαμάς μου, και στήριξε την επιθυμία της να σπουδάσει σε μια εποχή που οι περισσότεροι θεωρούσαν αυτονόητο ότι ως κορίτσι δεν είχε κανένα λόγο να γυρεύει πανεπιστήμια.
– Ότι έκανε τη διαδρομή Χαλκίδα – Αθήνα σε λιγότερο από μία ώρα για να προλάβει το πλοίο για Σίφνο όταν πέθανε ο δικός του πατέρας, στην ίδια ηλικία, 32 χρόνια πριν. Το πρόλαβε.
– Το πόσο φρόντισε να αφήσει και στα τρία του παιδιά κάτι, πως έκανε – όχι μόνος του αλλά και αυτός – τις δύο οικογένειες, μία μεγάλη.
– Το τηλέφωνο να χτυπάει ασταμάτητα, καθημερινά, για χρόνια, όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας. Και ο Θωμάς να απαντάει, να σηκώνεται, να πηγαίνει. Έχει αφήσει στη μέση τραπέζια, γιορτές, γάμους, γλέντια, γενέθλια, πολύτιμες οικογενειακές στιγμές, υπηρετώντας μια αίσθηση καθήκοντος που ήταν, είναι και θα είναι πολύ πολύ σπάνια.
– Το υπόδειγμα του γιατρού που επέλεξε από τους πρώτους να υπηρετήσει το Εθνικό Σύστημα Υγείας, το Δημόσιο Σύστημα Υγείας, και το έκανε με συνείδηση και πίστη ακόμα και τα χρόνια της δεύτερης θητείας, όταν αποφάσισε μετά τη συνταξιοδότηση από τη θέση του Διευθυντή στο Νοσοκομείο της Χαλκίδας, να επιστρέψει στην πρωτοβάθμια ιατρική, ως ιδιώτης στη Σίφνο.
– Την αγάπη του για τα φυτά. Για τα άγρια, τα ήμερα, αυτά που φύτευε και έβλεπε να μεγαλώνουν, αυτά που φύονται άγρια και προσπαθούσε να μερέψει, όπως την κάπαρη, αυτά που πάλεψε να καλλιεργήσει και δεν του πέτυχαν.
– Τη χαρά του όταν κατάφερνε να έρθει στο Μαύρο Χωριό και την ακόμα μεγαλύτερη χαρά του όταν συμμετείχε στο γλέντι.
– Το πόσους ανθρώπους περιέθαλψε δωρεάν, πόσες φορές αρνήθηκε λεφτά, πόσες φορές ζήτησε ελάχιστα. Την ευγνωμοσύνη του για τις «πληρωμές» με προϊόντα της Σίφνου.
– Το ιατρείο του στη γειτονιά των παιδικών του καλοκαιριών.
– Τι απόψεις του. Για την κοινωνία, το δίκαιο, την ιδιότητα του πολίτη, τα νερά, τις ξερολιθιές, τα αρχαία μεταλλεία, το περιβάλλον.
– Ότι από αυτόν έμαθα πρώτα, ότι καλά είναι τα φάρμακα, αλλά μόνο όταν είναι απαραίτητα.
– Ότι μ’ έλεγε Ρονί. Ελάχιστοι άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτό το υποκοριστικό.
– Την καλοσύνη. Υπάρχουν άνθρωποι που αυτή η λέξη τους περιγράφει ακριβώς. Ο Θωμάς είναι ένας από αυτούς.
– Ότι καμία Δημοτική Αρχή τα τελευταία 25 χρόνια δεν τήρησε την υπόσχεση που του έδωσε να φτιάξει το δρόμο της Πουλάτης και από την άλλη ότι είναι από τους λίγους τυχερούς που τιμήθηκε από τον τόπο που υπηρέτησε, από όλους τους συντοπίτες του, όσο ήταν εν ζωή, ενεργός.
– Πόσο άδικο είναι ένας τόσο καλός άνθρωπος, που ανακούφισε χιλιάδες για σχεδόν μισό αιώνα, να πεθαίνει πριν χαρεί τη ζωή του συνταξιούχου παππού και αυτό που ονειρευόταν όταν πρωτοήρθε να μείνει μόνιμα. Μποστάνια, καλλιέργειες, κρασί με φίλους. Του άξιζαν μερικά ακόμα χρόνια ήρεμης ζωής στην αγαπημένη του Πουλάτη.
– Ότι πρόλαβε να πάει Νορβηγία, να παίξει με το μικρό Θωμά, και τα εγγόνια του θα τον θυμούνται.
– Ότι δεν δίστασε να ξεκινήσει καινούργια δουλειά και να κάνει νέα οικογένεια σε μια ηλικία που άλλοι βλέπουν τη σύνταξη να τους χαμογελά. Πολλά κότσια.
Θα μπορούσα μάλλον να γράφω για ώρες.
Θα τον θυμάμαι για όλα τα παραπάνω και για πολλά ακόμα. Και θα προσπαθήσω να τον θυμάται και η κόρη μου.
Αντίο, αγαπημένε Θωμά. Φιλιά στο Βαφία, το Λεμπέση, τον Καμπούρη, το Ματζουράνη. Και στο Φρα μας.
Αντίο, νονέ (κι ας μην σε προσφώνησα ποτέ με αυτή σου την ιδιότητα).

Advertisements