Ανήμερα των Θεοφανείων 6 Ιανουαρίου 2026 μετά τον καθαγιασμό των υδάτων και την κοπή της πίτας, o Πολιτιστικός Σύλλογος Σίφνου και ο
Εξωραϊστικός Σύλλογος Πλατύ Γιαλού « Η Πρόοδος» τίμησαν ανθρώπους
που άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στον Πλατυ-Γιαλό.

Η εκδήλωση μνήμης και ευγνωμοσύνης προς τα μέλη των οικογενειών
Λουκατάρη και Αθυμαρίτη κατάφερε να ξορκίσει για τα καλά την λήθη.
Μας γύρισε πίσω σε χρόνους παλιούς όπου τα πράγματα δεν έμοιαζαν
καθόλου με την σημερινή εποχή.
Ο Πλατύς-Γιαλός έχει μεγάλη ιστορία.
Εδώ κάποτε δούλευαν πολλά καμίνια.
Ένα από αυτά ήταν αυτό των Λουκατάρηδων, στην θέση που στα τέλη της
δεκαετίας του ’60 χτίστηκε το «ΞΕΝΙΑ».
Χρόνια και Χρόνια οι άνθρωποι πάλευαν να σμιλέψουν τον πηλό και να
στείλουν τα πιάτα, τα τσικάλια, τα σταμιά σε όλο το Αιγαίο και πολλές φορές
και σε τόπους εκτός της ελληνικής επικράτειας.
Ένας ολόκληρος κόσμος δούλευε για αυτά τα καμίνια.
Δύσκολη δουλειά που κρατούσε από το πρωϊ μέχρι το βράδυ.
Δύσκολα μπορεί κάποιος να καταλάβει πόσο επίπονη δουλειά ήταν όλη αυτή.
Την δεκαετία του ’50 αρχίζει σταδιακά η παρακμή.
Τα νέα υλικά εκτοπίζουν σιγά-σιγά τα πήλινα και τα καμίνια αρχίζουν να
αργοσβήνουν.
Οι νέοι φεύγουν για τα καράβια αναζητώντας μία καλύτερη τύχη.
Λίγοι μένουν στο νησί και ακόμα πιο λίγοι στον Πλατύ-Γιαλό.
Η αλιεία είναι παντοτινά μία διέξοδος, αλλά και αυτή δεν είναι καθόλου
εύκολη.
Τα μικρά καϊκια απαγκιάζουν λίγο στον Καραβοστάση, αλλά ούτε μόλος
υπάρχει ούτε και η οποιαδήποτε ευκολία.
Οι άνθρωποι παλεύουν με τις μικρές τους βάρκες να επιβιώσουν.
Και κάπου εκεί ξεκινά δειλά-δειλά ο τουρισμός.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 φτάνουν εδώ στον Πλατύ-Γιαλό μαγεμένοι
από τον τόπο.

Κάποιοι Γερμανοί στην αρχή, μαζί με Άγγλους, Γάλλους, Ιταλούς.
Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν για να γνωρίσουν τον τόπο.
Ανέσεις δεν υπήρχαν, αλλά υπήρχε η αγάπη και η διάθεση να δουν και να
ζήσουν κάτι το διαφορετικό.
Οι άνθρωποι αυτοί ζητούσαν να τους μεταφέρουν σε άλλα μέρη της Σίφνου,
αλλά και στην Πάρο.
Τα ψαράδικα άρχισαν να μεταφέρουν και επιβάτες την καλοκαιρινή περίοδο.
Με τον καιρό αποκτήθηκαν δύο καϊκια που έγραψαν μεγάλη ιστορία στην
σύνδεση Πάρου και Σίφνου.
Το «ΔΑΦΝΗ» και το «ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ», πλοιοκτησίας του Γιώργη και του
Μιχάλη Λουκατάρη.
Το καλοκαίρι στα καϊκια αυτά και τον υπόλοιπο χρόνο στο γρι-γρι που
απέκτησαν το 1987.
Στην πορεία απέκτησαν πολλά καϊκια, μέχρι το σημερινό «ΑΓΙΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ».
Αυτή είναι σε πολύ λίγες γραμμές η ιστορία της οικογένειας Λουκατάρη και
Αθυμαρίτη.
Από την μια ο Γιώργης και ο Μιχάλης Λουκατάρης.
Από την άλλη ο Ιούλιος και ο Στέλιος Αθυμαρίτης.
Συνεκτικός κρίκος, το Κατέ, η γυναίκα του Γιώργη του Λουκατάρη και
αδελφή του Ιούλιου και του Στέλιου.
Απίστευτοι άνθρωποι.
Πρόσωπα που παντοτινά θα ζουν στην Μνήμη μας.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι μέρος της μεγάλης ιστορίας του Πλατυ-Γιαλού.
Πολύ πριν τον τουρισμό οι άνθρωποι κατάφεραν να επιβιώσουν
συνυπάρχοντας με την Φύση.
Τα πήλινα, τα ψάρια, τα ζωντανά, οι ελιές, τα αμπέλια έζησαν γενιές και
γενιές.
Σταδιακά πολλά άλλαξαν.

Αλλά τίποτα δεν μπορεί να σβήσει από την συλλογική Μνήμη όλα όσα
πρόσφεραν αυτοί άνθρωποι.
Χίλια μπράβο σε όλους όσους είχαν την πρωτοβουλία για την εκδήλωση στον
Πλατυ-Γιαλό.
Χίλια μπράβο σε όσους παρευρέθηκαν και τίμησαν αυτούς τους ανθρώπους.
Στο ντοκυμαντέρ «ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ» ο Φίλιππος ο Κουτσαφτής, ο
δημιουργός του ντοκυμαντέρ, έλεγε την φράση «Η μόνη περιουσία είναι η
μνήμη».
Αυτή είναι η μόνη μας πραγματική περιουσία.
Η μνήμη της συνύπαρξης, η ζωντανή μνήμη της Σίφνου και του Πλατύ-
Γιαλού.
Να ευχαριστήσουμε για μία ακόμα φορά τον Γιαννούλη και την Μαρία
Λουκατάρη για όλα όσα θέλησαν να μοιραστούν μαζί μας.
Ο Μιχάλης ο Λουκατάρης είναι ο μόνος που παρευρέθηκε στην εκδήλωση.

Η εικόνα του με τους δύο Γιαννούληδες δίπλα του έφερε στην μνήμη τις
εικόνες από το «Μαργαρίτα».
Πολλά ευχαριστώ στους Προέδρους των δύο Συλλόγων, Γιώργο Σταυριανό και Γιάννη Ποριώτη, στα μέλη των συλλόγων τους, στην Δήμαρχο
Σίφνου, στον Γιώργο και τον Γιάννη τον Κοντό, στον Φραντζέσκο τον
Λουκατάρη και σε όλους όσους δεν ξεχνούν και παλεύουν να κρατήσουν
ζωντανό ένα κομμάτι της Μνήμης του τόπου.
Στην εκδήλωση παραβρέθηκε πλήθος κόσμου μέσα και έξω από την αίθουσα, ο Αρχιμανδρίτης της ιεράς μονής Βρύσης με τον πάτερ Απόστολο, η Δήμαρχος Σίφνου η οποία μίλησε και συμμετείχε στις βραβέυσεις, οι αντιδήμαρχοι Νικόλαος Βενάκης ο οποίος είχε τελέσει κ πρόεδρος του Εξωραϊστικού συλλόγου, και Μανώλης Φουτουλάκης, και ο συμπαραστάτης του Δημότη και πρώην Δήμαρχος Γιάννης Γεροντής.
Η Γενική γραμματέας του Πολιτιστικού Ευαγγελία Φασόλη διάβασε ένα κείμενο που έιχε γράψει ο Αντώνης ο Λαζαρής το οποίο κι σας παραθέτουμε παρακάτω.
Κατόπιν ο πρόεδρος του Πολιτιστικού και η Δήμαρχος έδωσαν συμβολικά δώρα στις οικογένειες, ενώ στο τέλος μίλησε και ο Γιαννούλης Λουκατάρης ως εκπρόσωπος των δύο οικογενειών, αλλά και ο Γιώργος ο Κοντός που με τις τεχνικές του γνώσεις βοηθούσε από την αρχή στα καϊκια και τουριστικά σκάφη.

Δείτε το βίντεο και κατόπιν το κείμενο και παλιές φωτογραφίες:
Σήμερα είναι μία μεγάλη μέρα για την Χριστιανοσύνη που γιορτάζει τα Θεοφάνεια.
Ήρθαμε εδώ στον όμορφο Πλατύ-Γιαλό για την μεγάλη τελετή του αγιασμού των υδάτων.
Επιπλέον, ήρθαμε εδώ τούτη την χειμωνιάτικη μέρα με μία δύσκολη αποστολή.
Να τιμήσουμε ανθρώπους πραγματικά σπουδαίους που έχουν προσφέρει πολλά σε τούτο
τον τόπο.
Μία απόπειρα να ξορκίσουμε για λίγο την λήθη και να ξαναζήσουμε στιγμές τούτου του
τόπου.
Τα αδέλφια Λουκατάρη και τα αδέλφια Αθυμαρίτη έχουν αφήσει ανεξίτηλο στίγμα σε τούτη
την παραλία που πριν γίνει παραλία ξακουστή σε όλο τον κόσμο υπήρξε για χρόνια το
αραξοβόλι για τους ψαράδες και ο τόπος που άνθισε για τα καλά η τέχνη της αγγειοπλαστικής.
Άλλες εποχές, άλλοι άνθρωποι, άλλες συνήθειες.
Ας σταθούμε για λίγο στον Γιώργη τον Λουκατάρη, τον Μιχάλη τον Λουκατάρη, τον Ιούλιο
Αθυμαρίτη και τον Στέλιο Αθυμαρίτη.
Μία ιστορία αλλοτινών εποχών…….

Το ξεκίνημα
O καπετάν-Γιώργης ο Λουκατάρης γεννήθηκε στην Σίφνο στις 29 Οκτωβρίου του 1936.
Ξεκίνησε με την αγγειοπλαστική καθώς ο παππούς, ο Γιαννούλης ο Λουκατάρης, ήταν
αγγειοπλάστης και το καμίνι το είχε εκεί όπου είναι σήμερα το ξενοδοχείο «Πλατύς Γιαλός»,
πρώην «ΞΕΝΙΑ».
Ο καπετάν-Γιώργης ο Λουκατάρης από τα χρόνια του Δημοτικού ακολούθησε την
οικογενειακή παράδοση της αγγειοπλαστικής έως ότου μπαρκάρει με τα καράβια.
Ο Γιώργης ο Λουκατάρης πρόλαβε τα χρόνια της Κατοχής και έζησε όλο τον τρόμο, τον
φόβο, τη δυστυχία, την ανέχεια.
Ήταν το μεγαλύτερο από τα τέσσερα αδέρφια.
Με την σειρά τα αδέρφια είναι ο Γιώργης, η Στυλιανή, ο Μιχάλης και η Ελένη.
Ο καπετάν-Γιώργης έμενε πάντα με τον πατέρα του, τον Γιαννούλη τον Λουκατάρη, στον Πλατύ Γιαλό και έτσι τα βρεφικά και τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε δίπλα στη θάλασσα.

Ο Γιαννούλης ο Λουκατάρης ήταν λαϊκός ζωγράφος και αγγειοπλάστης. Το
αγγειοπλαστείο βρισκόταν στη θέση που χτίστηκε το «Ξενία» και για να κτιστεί έπρεπε να
γίνει αναγκαστική απαλλοτρίωση.
Όταν γκρεμίστηκε το καμίνι και στην ηλικία που ήταν δεν μπορούσε να το ξαναστήσει
κάπου αλλού. Η οικογένεια μετακόμισε εκεί όπου είναι και σήμερα το σπίτι των
Λουκατάρηδων.
Σε έναν χώρο δημιούργησε το εργαστήριό του.
Εδώ έβαλε τα εργαλεία του και καθώς δεν μπορούσε να στήσει τροχούς και καμίνια είχε
φτιάξει που έφτιαχνε διακοσμητικά και πίνακες ζωγραφικής έργο του οποίου υπάρχει και στο λαογραφικό μουσείο Σίφνου.
Έφυγε από την ζωή το 1975.
Με την κρίση των αγγειοπλαστείων της δεκαετίας του ‘50, ο καπετάν-Γιώργης ο
Λουκατάρης αναγκάστηκε να αναζητήσει την τύχη του μακριά από το νησί.
Έφυγε για να ταξιδέψει με τα καράβια, αφού πρώτα έκανε το απαραίτητο εξάμηνο
μπάρκο με τα ντόπια καΐκια, όπως προβλεπόταν τότε για να βγάλει κάποιος το πολυπόθητο φυλλάδιο.
Για δέκα χρόνια ταξίδεψε με εμπορικά πλοία σε μακρινές θάλασσες.
Όλη του τη θητεία την έκανε σε αμερικάνικα Λίμπερτις.
Ήταν για χρόνια με την εταιρεία του Γιάννη του Καρρά., ο οποίος στην πορεία είναι
αυτός που δημιούργησε το «Πόρτο Καρράς».
Ξεκίνησε ως καμαρότος και στην πορεία έγινε παραμάγειρας και μάγειρας.
Όμως, το μυαλό του και η καρδιά του ήταν στον Πλατύ Γιαλό της Σίφνου.
Άφησε τις μακρινές θάλασσες και γύρισε στη Σίφνο όπου ασχολήθηκε με την αλιεία
ξεκινώντας με το πρώτο τους καΐκι το «Κιτριανή».
Ακολουθώντας παρόμοια διαδρομή ο καπετάν Μιχάλης ο Λουκατάρης μετά τα μπάρκα
του συνέχισαν και οι δύο μαζί την πορεία τους στη Σίφνο ασχολούμενοι με την αλιεία.
Παράλληλα για κάποιο διάστημα είχαν το εστιατόριο «Τα Άσπρα Τρεχαντήρια», στον
χώρο όπου μένει μέχρι σήμερα η οικογένεια.

Μετά έφτιαξαν το πρώτο «Άγιος Νικόλαος», το οποίο ήταν γύρω στα εννέα μέτρα, ένα
μικρό σκάφος παράκτιας αλιείας για δίκτυα και παραγάδια, που το δούλευαν και ως
βιντζότρατα.
Το 1972 έφτιαξαν το λίγο μεγαλύτερο «Άγιος Νικόλαος», το οποίο είχε μήκος έντεκα
μέτρα παρά δέκα εκατοστά.

Ο τουρισμός και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες
Ήταν η εποχή που είχε, ήδη, ξεκινήσει σιγά-σιγά και ο τουρισμός.
Με το πρώτο «Άγιος Νικόλαος» είχαν ξεκινήσει να κάνουν κάποιες μεταφορές
τουριστών.
Οι πρώτοι τουρίστες που εμφανίστηκαν ήταν κυρίως Γερμανοί.
Μάλιστα, κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους συνδέονταν και με τους Γερμανούς που
είχαν έρθει στην Ελλάδα στην Κατοχή.
Αυτοί οι πρώτοι τουρίστες ζητούσαν πολύ συχνά να τους πάνε από το ένα νησί στο άλλο
και κυρίως από τον Πλατύ-Γιαλό για την Πάρο.
Και κάπως έτσι ξεκίνησαν τα δρομολόγια τα δύο αδέλφια, ο Γιώργης και ο Μιχάλης ο
Λουκατάρης.
Προς τα μέσα της δεκαετίας του 1970, για μία-δύο σεζόν, το «Άγιος Νικόλαος», το
δεύτερο, μετατρεπόταν σε επιβατηγό σκάφος.
Την καλοκαιρινή σεζόν έβγαζαν τα αλιευτικά εργαλεία και τοποθετούσαν κάποιες
παγκάτσες.
Με το καΐκι έκαναν τοπικά ταξίδια μέχρι τον Φάρο και του Κοντού και κάποιες φορές,
όταν υπήρχε ζήτηση, έφταναν και μέχρι την Πάρο.
Από εδώ προέκυψε η ανάγκη να αγοραστεί το «Δάφνη».
Για έξι χρόνια περίπου το πλοίο έγραψε μεγάλη ιστορία στη γραμμή.
Αναχωρούσε από Πλατύ Γιαλό στις 08:30 ο πρωί και επέστρεφε στη Σίφνο αργά το
απόγευμα της ίδιας μέρας.
Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε τακτική σύνδεση της Σίφνου με την Πάρο.
Η γραμμή είχε αρκετό κόσμο και εξυπηρετούνταν από όμορφα σκαριά, όπως το “Δάφνη”,το “Ελένη Κ”, το “Γιάννης Λατσός”.

Το «Δάφνη»
Το σκάφος αγοράστηκε το 1976 από τους αδερφούς Μαρινάτου από την Αντίπαρο, το
οποίο έκανε δρομολόγια από την Αντίπαρο για την Πάρο.
Στην αρχή το «Δάφνη» έκανε τις μισές ημέρες της εβδομάδας δρομολόγια από τον
Πλατύ Γιαλό για την Παροικία, πάντα με ολική ναύλωση.
Το πλοίο έφευγε το πρωί στις οχτώ και μισή ώρα από τον Πλατύ Γιαλό και στις πέντε
το απόγευμα αναχωρούσε από την Πάρο.
Τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας έκανε τοπικά ταξίδια για Πλατύ Γιαλό,
Χρυσοπηγή, Φάρο, Κιτριανή, όταν το επέτρεπε ο καιρός, και για Κοντού και Βαθύ.
Σταδιακά το «Δάφνη» έμεινε μόνο στην γραμμή για την Παροικία της Πάρου.
Η κίνηση της γραμμής ολοένα και μεγάλωνε και κάποια στιγμή δρομολογήθηκαν δύο
ακόμα καΐκια που έκαναν το αντίστροφο δρομολόγιο, το πρωί αναχωρούσαν από Πάρο και επέστρεφαν το απόγευμα.

Το πρώτο ήταν το «Ελένη Κ» και το «Λατσός».
Αυτό το πρώτο «Λατσός» ήταν ένα τρεχαντήρι και υπάρχει ακόμα.
Το έχουν ονομάσει «Δελφίνια» και κάνει εκδρομές στα νότια της Μήλου, από τα
Ψαθάδικα για το Κλέφτικο.
Και τα δύο καΐκια που έκαναν αντίστροφα το δρομολόγιο δούλευαν με ολική ναύλωση.
Κάποια στιγμή ο Γιάννης ο Λατσός έκανε ένα λίγο μεγαλύτερο καΐκι, μήκους 22 μέτρων,
το οποίο είχε προδιαγραφείς για τακτική δρομολόγηση.
Το «Ελένη Κ» άφησε τη γραμμή και οι αδελφοί Λουκατάρη έπρεπε αναγκαστικά να
κάνουν το επόμενο βήμα.
Το «Δάφνη» το έδωσαν στην Ύδρα και στη θέση του πήραν το «Μαργαρίτα» από τον
Νίκο τον Παντελαίο από την Νάξο.

Το «Μαργαρίτα»
Η αγορά του «Μαργαρίτα» έγινε το 1984 και χρειάστηκε να γίνει μεγάλη επισκευή και
μετασκευή.
Το σκάφος ήταν έντεκα ετών όταν αγοράστηκε.
Το «Μαργαρίτα» ναυπηγήθηκε το 1973 στο φημισμένο καρνάγιο του Ψαρρού.
Έχει Νηολόγιο Πειραιά 2149, μήκος 22,25 μέτρα και πλάτος 5,90 μέτρα.
Ο Γιώργης και ο Μιχάλης Λουκατάρης έμειναν τέσσερις μήνες στο Πέραμα για να
προσαρμόσουν το πλοίο στις ανάγκες της γραμμής.
Το 1984 ξεκίνησαν τα τακτικά δρομολόγια από Καμάρες για Παροικιά Πάρου.
Στην πορεία ο Λατσός αποσύρθηκε και το «Μαργαρίτα» έμεινε μόνο του να κάνει το
δρομολόγιο έως το 1996.

To “Mαργαρίτα» δεν άλλαξε ποτέ όνομα.
Επί πλοιοκτησίας Παντελαίου, επί πλοιοκτησία των Λουκατάρηδων, επί
πλοιοκτησίας του Μαυράκη, αλλά και στην Σκιάθο το πλοίο διατήρησε πάντα το ίδιο όνομα,«Μαργαρίτα».
Το πλοίο ναυπηγήθηκε στο φημισμένο Ναυπηγείο του Γιώργου του Ψαρού το 1973. Είναι ο ίδιος που κατασκεύασε και την τριήρη.
Η καταγωγή του ήταν από την Σύμη.
Είναι σκάφος τύπου τύπου Λίμπερτυ.
Το πλοίο μπορούσε να μεταφέρει ενενήντα εννέα επιβάτες.
Η απόσταση από την Παροικιά για τις Καμάρες είναι τριάντα τρία μίλια.
Για τρία μίλια η απόσταση ξεπερνούσε το όριο για τους τοπικούς πλόες.
Το πλοίο ταξίδευε σε καθεστώς μικρής ακτοπλοΐας. Λόγω απόστασης το
πρωτόκολλο περιοριζόταν στα 99 άτομα.
Αν ικανοποιούσε τα όρια της μικρής ακτοπλοΐας το πρωτόκολλο πήγαινε στα 150
άτομα.
Το πλήρωμα το αποτελούσαν ο Γιώργης και ο Μιχάλης Λουκατάρης, ο Γιαννούλης
Λουκατάρης, ο γιος του Γιώργη, ο Γιαννούλης Λουκατάρης, ο γιος του Μιχάλη και ένας Μηχανικός.
Για μία τουριστική περίοδο διετέλεσε ναύτης και ο Ελευθέριος Μυτιληναίος του
Ανδρέα.
Οι Μηχανικοί ήταν Σιφνιοί, δεμένοι άνθρωποι με την οικογένεια.
Μηχανικοί που πέρασαν ήταν ο Δημοσθένης ο Συνοδινός, το Δημό της Ανθούσας, ο
μαστρο-Απόστολος ο Ποργιώτης, από τον Αρτεμώνα και ο μαστρο-Ανάργυρος Κουλούρης.
Πολύ σημαντική υπήρξε η παρουσία και του μαστρο-Στράτου του Βασάλου, του μαστρο-
Στράτου του Διαμάντου που κάθισε πολλά χρόνια και μετά που αφήσαν τα δρομολόγια η
συνεργασία τους συνεχίστηκε και στα γρι-γρι.

Όταν οι αδελφοί Λουκατάρη πήραν το «Μαργαρίτα» το πλοίο είχε τις παλιές μηχανές
που ήταν δύο Rolls Royce 250 Ίππων.
Όταν το πήρε ο Γρηγόρης ο Μαυράκης έβαλε δύο μηχανές Scania αυτοκινήτου γιατί οι
Κουλουριώτες είχαν αδυναμία στις μηχανές αυτοκινήτου.
Στη συνέχεια το «Μαργαρίτα» έκανε δρομολόγια από τον Πειραιά για τα Σελήνια και
Παλούκια της Σαλαμίνας.
Αυτά κράτησαν μέχρι το 2008, όταν το πλοίο συμπλήρωσε τριακονταπενταετία.
Στην συνέχεια χάθηκαν τα ίχνη του μέχρι που πριν από λίγα χρόνια ο Γιαννούλης ο
Λουκατάρης το είδε από μακριά, στο μπουγάζι ανάμεσα στο Πήλιο και την Σκιάθο.
Το πλοίο συνεχίζει να δουλεύει στην Σκιάθο σε τοπικές εκδρομές.
Η εταιρεία που το έχει τώρα είναι η SKIATHOS CRUISES.

Το μικρόβιο της Ακτοπλοΐας
Οι απαιτήσεις για τη γραμμή αυξάνονταν διαρκώς και οι αδερφοί Λουκατάρη ξεκίνησαν
διαδικασία για άδεια σκοπιμότητας, κατοχύρωση της γραμμής όπως προβλεπόταν και σχέδια
για ένα σκάφος 31,65 μέτρα σιδερένιο το οποίο θα έκανε δρομολόγια ΣΕΡΙΦΟ-ΣΙΦΝΟ-
ΠΑΡΟ-ΜΥΚΟΝΟ.
Οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις ήταν ακόμα οικογενειακές επιχειρήσεις.
Και παρόλο που δεν είχαν ακόμα κάνει την εμφάνισή τους οι πολυμετοχικές εταιρείες
που κυριάρχησαν αργότερα στην Ακτοπλοΐα μας, ωστόσο φαινότανε προς τα πού πήγαινε το πράγμα.
Τελικά δεν τελεσφόρησε η ιδέα και οι οικογένειες Λουκατάρη ασχολήθηκαν
αποκλειστικά με την αλιεία.
Το 1996 σταμάτησαν τα δρομολόγια, ενώ παράλληλα από το 1987 είχαν ναυπηγήσει το
γρι-γρι, το πρώτο «Άγιος Γεώργιος».

Η αλιεία
Το πρώτο «‘Άγιος Γεώργιος» το έχουν σήμερα οι αδερφοί Βαμβούνη στην Μήλο.
Το 1999 οι αδελφοί Λουκατάρη έδωσαν το «Μαργαρίτα» στην Σαλαμίνα, στον Γρηγόρη
Μαυράκη.
Στην συνέχεια αγόρασαν την εταιρεία ΚΟΡΦΟΣ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ όπου ανήκε το γρι-γρι
«ΑΡΙΣΤΟΣ Π», ενώ παράλληλα είχαν και το «Άγιος Γεώργιος».
Και μετά το «Αρίστος Π» έρχεται η νεοσύστατη ΣΙΦΝΟΣ ΑΛΙΕΥΤΙΚΗ ΝΑΥΤΙΚΗ
ΕΤΑΙΡΕΙΑ με την αγορά του σημερινού αλιευτικού «Άγιος Γεώργιος» το 2017.

Η οικογένεια Αθυμαρίτη
Ο Γιαννούλης ο Λουκατάρης συνεχίζει την μεγάλη παράδοση και της οικογένειας
Αθυμαρίτη, από την μεριά της μητέρας του Κατερίνας Λουκατάρη.
Η οικογένεια αυτή ήταν ψαράδες για πολλές γενιές πίσω.
Ο παππούς, ο Γιάννης ο Αθυμαρίτης, ήταν πέντε αδέρφια, τέσσερα αγόρια και μία κοπέλα.
Τα άλλα αδέλφια ασχολούνταν περισσότερο με την αγγειοπλαστική, ενώ ο ίδιος με την
αλιεία και δούλευε κυρίως την πεζότρατα.
Αφού από τα παιδιά του ο Ιούλιος και ο Στέλιος ακολούθησαν το επάγγελμα, πήραν το
«Φανερωμένη» και το γύρισαν σε βιντζότρατα
Μετά στις αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα πήραν από τον Νίκο τον Μπαμπούνη το
«Ταξιάρχης», το οποίο το μετονόμασαν σε «Άγιος Αθανάσιος» θέλοντας να τιμήσουν τον
Άγιο Αθανάσιο τον Εξαμπέλων που η οικογένειά τους τον πανηγύριζε για χρόνια και το κράτησαν μέχρι το 2012.
Δείτε βίντεο με πλάνα από την εκδήλωση:
Και φωτογραφίες:

























