Με την βοήθεια του προέδρου του Πολιτιστικού Συλλόγου του Γιώργου του Σταυριανού, είχαμε την χαρά και την τιμή να ζήσουμε μία μοναδική εμπειρία στο σπίτι της κυρίας
Ξένης Φασόλη, της γυναίκας του συγχωρεμένου του Φραντζέσκου του Φασόλη.
Η συνάντηση έγινε για να μας μιλήσει για το πως γιορτάζονταν οι Αποκριές στην
Σίφνο τα παλαιότερα χρόνια.
Μέσα από την όμορφη συζήτηση ξετυλίχθηκαν για τα καλά τα νήματα της ζωής της
κυρίας Ξένης, της γυναίκας που κράτησε για χρόνια το φημισμένο εστιατόριο
«ΣΟΦΙΑ» στην Απολλωνία της Σίφνου μαζί με τον άνδρα της.

Η καταγωγή της είναι από την Καρδάμαινα της Κω.
Στην Σίφνο την έφερε ο αδελφός της, ο Μιχάλης ο Λάμπρου, για να βοηθήσει την
αδελφή της, την Κασσιανή, η οποία ήταν έγκυος.
Η Κασσιανή παντρεύτηκε τον Γιώργη τον Μπουλή (Καλογήρου).
Ο Μιχάλης ο Λάμπρου είχε τον «ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ» μαζί με τον Παναγιώτη τον
Μάρκου.

Οι ζωές πολλών ανθρώπων μπλέκονται σε αυτήν την όμορφη ιστορία.
Κάποια στιγμή έφυγε από την Σίφνο και πήγε για λίγους μήνες στον Πειραιά όπου
πρόσεχε μία γυναίκα από την Σίφνο, την κυρία Μαίρη.
Επέστρεψε στην Σίφνο καθώς η κυρία Μαίρη είχε σπίτι στο Πάνω Πετάλι.
Σε μία συγκέντρωση που έκανε ο παπα-Δημήτρης, ο οποίος τότε δεν ήταν ακόμα
παπάς, γνώρισε τον Φραντζέσκο και κάπως έτσι έγινε Σιφνιά.
Οι δυο τους παντρεύτηκαν το 1965.

Αρχικά υπήρχε το πρώτο εστιατόριο που άνοιξε η μητέρα του Φραντζέσκου, η
περίφημη Σοφιά, το οποίο δεν το πρόλαβε η κυρία Ξένη.
Το παλιό εστιατόριο ήταν απέναντι από το Καφενείο του Λάκη, εκεί όπου σήμερα
είναι το φαρμακείο.
Στην συνέχεια άνοιξαν το εστιατόριο στην θέση που το γνωρίσαμε οι περισσότεροι.
Αρχικά υπήρχε μόνο το κάτω, όπου ήταν το μαγαζί.
Ήταν λιτό, με έναν πάγκο πέρα-πέρα, όπου η Σοφιά είχε το πετρογκάζ, και τρία-
τέσσερα τραπέζια και καρέκλες.
Εκείνη την εποχή στην Απολλωνία υπήρχε ακόμα το εστιατόριο του Κουτσονόρη, το
οποίο το είχαν ο Λούκας με την Φλώρα.
Και υπήρχε, βέβαια, και το εστιατόριο «Καλή καρδιά» που το είχε ο Κολαράκης.

Το εστιατόριο της Σοφιάς είχε μεγάλη κίνηση γιατί μαγείρευε η Σοφιά που ήταν Άλφα-
Μαγείρισσα, όπως μας είπε η κυρία Ξένη.
Αλλά και η ίδια η κυρία Ξένη έβλεπε για τα καλά το μάτι της, μάθαινε με τον τρόπο
της από την Σοφιά και έτσι μπόρεσε να πάρει αρκετά από τα μυστικά της τέχνης της
και να σταθεί επάξια όταν έφυγε από την ζωή η Σοφιά και το μαγαζί το κράτησαν με
τον Φραντζέσκο.
Η εικόνα της παλιάς Απολλωνίας ήταν πολύ όμορφη.
Ήταν όλα πολύ ωραία, καθαρά και όμορφα.
Η ζωή στην Απολλωνία ήταν ήσυχη.
Στο εστιατόριο έτρωγαν οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούσαν στην Σίφνο.
Η Σοφιά τους έκανε ακόμα και πρωϊνό.
Ο κόσμος ερχόταν για να φάει στο εστιατόριο που είχε τόσο καλό όνομα.

Η ίδια η κυρία Ξένη έζησε αυτό το μαγαζί από δεκαεπτά χρονών παιδάκι που πρωτο-
μπήκε μέσα μέχρι την ημέρα που αυτό έκλεισε.
Η ίδια θυμάται, μεταξύ άλλων:
«Με τον Φραντζέκο έζησα πολύ ωραία ζωή.
Παντρευτήκαμε στην Γερανιοφόρα.
Θυμάμαι τα παιδιά να τα έχουμε στο πάρκο μέσα στο μαγαζί.
Είχαμε το JukeBox.
Στις Απόκριες το μαγαζί είχε πολλή μεγάλη κίνηση
Στην αρχή ο κόσμος δεν έκλεινε τραπέζι.
Όποιος πρόφταινε.
Πολύ ωραία χρόνια.
Μας εκτιμούσαν.
Μας συμπαθούσαν.
Μετά έπρεπε να κλείσεις τραπέζι από την αρχή της εβδομάδας.

Μόνο με το JukeBox δουλεύαμε.
Βιολιά μας έφερε μία φορά ο Λάκης ο Μυτιληναίος με κάποιον ακόμα.
Οι Απόκριες ήταν το μεγάλο γεγονός.
Μία φορά καμήλωσαν (μασκάρεψαν) έναν γάιδαρο και μας τον έφεραν μέσα στο
μαγαζί.
Έρχονταν πολλές καμήλες από τον Αρτεμώνα.
Θυμάμαι την Μαρία την Ψωμού, την Μαρία του Βενιού να έρχεται καμηλωμένη
(μασκαρεμένη).
Γινόταν γλέντι τρικούβερτο με τις σερπαντίνες και τον χαρτοπόλεμο να γεμίζουν το
μαγαζί.
Μετά το γλέντι η Μαρία καθόταν και μας βοηθούσε να μαζευτεί το μαγαζί.
Θυμάμαι ερχόταν και το Ρηνιώ του Κόμη, που είχε το βενζινάδικο.
Μετά βοηθούσαν ο άνθρωποι να μαζέψουμε το μαγαζί, καθώς την άλλη μέρα το
γλέντι συνεχιζόταν.
Διασκέδαζε για τα καλά ο κόσμος.

Οι Απόκριες ήταν κυριολεκτικά πατείς με πατώ σε.
Από την πρώτη στιγμή που είπαμε ότι θα βάλουμε χορό γινόταν χαμός.
Δεν είχαμε που να βάλουμε τους πελάτες.
Εδώ απέξω γινόταν και το καρναβάλι.
Ερχόταν καμήλες από όλη την Σίφνο.
Κάθονταν απέξω μεριά για να βγουν οι μέσα και να μπουν οι καμηλωμένοι που ήταν
απέξω.
Δεν ήταν εύκολο να αναγνωρίσει κανείς τις καμήλες.
Δεν επιτρεπόταν να πειράξεις τις καμήλες.
Άλλαζαν την περπατησιά της για να μην τις γνωρίσουμε».

Το «ΣΟΦΙΑ» ήταν ένα μαγαζί όπου ερχόταν πελάτες από όλη την Σίφνο.
Το «ΣΟΦΙΑ» ήταν το πρώτο μαγαζί που είχε φέρει ψησταριά και σούβλες.
Ο Φραντζέσκος έμαθε την τέχνη του ψησίματος από τον πατέρα του, τον Νικολό,
αλλά περισσότερο την έμαθε από έναν μάγειρα στα Ανάκτορα.

Η καταγωγή της Σοφιάς ήταν από τον Αρτεμώνα, αδελφή του Γιάννη του Καλούπη.
Στην δεκαετία του ’70 και λίγο αργότερα τα τραπέζια τα έβγαζαν στον δρόμο στις έξι
το απόγευμα και τα μάζευαν τα μεσάνυχτα.
Σε εκείνη την εποχή υπήρχαν μόνο δύο εστιατόρια της Σίφνου, το «ΣΟΦΙΑ» και το
ξενοδοχείο ΣΙΦΝΟΣ» του Αντώνη τον Διαρεμέ.
Ο τουρισμός είχε ξεκινήσει, αλλά ακόμα δεν είχε σχέση με ό,τι επακολούθησε
Στο εστιατόριο «ΣΟΦΙΑ» δούλεψαν η Σοφία Πατριάρχη, η Φλώρα του Σπίθα, η
Φιλίππα, ο Μάκης ο Κορακής, ο Λευτέρης ο Μυτιληναίος (παλαιότερα), ο Γιώργης ο
Σταυριανός και πολλοί ακόμα.

Η κυρία Ξένη αποτελεί αναμφίβολα ένα κομμάτι της ιστορίας της Σίφνου.
Τώρα, πλέον, νιώθει βέρα Σιφνιά.
Και αγαπάει πολύ την Σίφνο και τους Σιφνιούς.
Ευχαριστούμε πολύ την κυρία Ξένη και όλη την οικογένεια για την μεγάλη τιμή που
μας έκαναν.
Δείτε αυτή την όμορφη συζήτηση στο βίντεο που ακολουθεί:












