Μια εξαιρετικά σημαντική δράση πραγματοποιήθηκε στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μαριάνθη Σίμου» στον Αρτεμώνα, στο πλαίσιο του πρωτοποριακού έργου «ΜΕΤΑΛΛΩΝ ΤΟΠΟΙ ΙΙ».
Οι παρευρισκόμενοι είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν μια πειραματική προσομοίωση παραγωγής χαλκού, η οποία επιχείρησε να αναβιώσει τη διαδικασία εκκαμίνευσης που εφαρμοζόταν κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού – ακολουθώντας τα πρότυπα του αρχαίου καμινιού που έχει ανακαλυφθεί στη θέση «Σκαλί» στη Νότια Σίφνο.
Στο βίντεο που ακολουθεί, καταγράφεται καρέ-καρέ η εντυπωσιακή στιγμή που ανάβει το καμίνι και ξετυλίγεται η διαδικασία της αναπαράστασης, μεταφέροντάς μας όσο το δυνατόν πιο κοντά στις συνθήκες που δούλευαν οι αρχαίοι τεχνίτες του νησιού:
Συντονιστής και επιστημονικός καθοδηγητής της όλης δράσης ήταν ο διακεκριμένος γεωλόγος Ιωάννης Μπασιάκος, Ομότιμος Ερευνητής στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας του ΕΚΕΦΕ «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟΣ».

Ο κ. Μπασιάκος, ο οποίος θεωρείται από τους πρωτοπόρους επιστήμονες στην Ελλάδα στους τομείς της Αρχαιομετρίας και της Γεωαρχαιολογίας, έχει συνεισφέρει καθοριστικά στο να φωτιστεί η αρχαία μεταλλουργία των Κυκλάδων. Μάλιστα, στο πλαίσιο της εκδήλωσης, ανακηρύχθηκε Επίτιμος Δημότης Σίφνου ως ελάχιστη ένδειξη τιμής για την πολυετή και σπουδαία προσφορά του στο νησί μας.

Η Σίφνος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εξόρυξη και εκμετάλλευση μεταλλευμάτων κατά την 3η χιλιετία π.Χ. Στη θέση Σκαλί, στη νότια Σίφνο, εντοπίζεται η πρώτη τεκμηριωμένη θέση τήξης (εκκαμίνευσης) χαλκού στο νησί.
Οι άνθρωποι της εποχής εκείνης δεν περιορίζονταν στην απλή εξόρυξη. Είχαν αναπτύξει ένα πλήρες και οργανωμένο μεταλλουργικό δίκτυο: από τη συλλογή του ορυκτού μέχρι την παραγωγή του καθαρού μετάλλου και, στην περίπτωση του αργύρου, μέχρι την τελική εξευγενισμένη παραγωγή.
Αν και οι ακριβείς συνθήκες της διαδικασίας αυτής κρύβουν ακόμα μυστικά, οι πειραματικές αναπαραστάσεις όπως η σημερινή ρίχνουν πολύτιμο φως στο σκοτάδι των αιώνων.

Οι πρόσφατες αρχαιομεταλλουργικές μελέτες δείχνουν ότι στο Σκαλί λειτουργούσαν τρεις γειτονικές θέσεις εκκαμίνευσης, όπου έχουν βρεθεί σκωρίες, μεταλλεύματα και θραύσματα καμινιών. Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι χρησιμοποιούνταν μη διάτρητα καμίνια για τοπικά ορυκτά χαλκού.

Δεν πρέπει να φανταζόμαστε τα μεταγενέστερα καμίνια με τις πολλές τρύπες στα τοιχώματα. Η παροχή αέρα και η κατασκευή της εστίας ήταν τελείως διαφορετικές:
- Η δομή: Ήταν μικροί πήλινοι ή λιθόκτιστοι λάκκοι στο έδαφος, επενδυμένοι με στρώση πηλού για να αντέχουν τις ακραίες θερμοκρασίες.
- Η στρατηγική τοποθεσία: Χτίζονταν σε ανεμοδαρμένες πλαγιές και ακρωτήρια της Σίφνου, ώστε να εκμεταλλεύονται τους δυνατούς ανέμους του Αιγαίου για την ενίσχυση της καύσης.
- Η καύση: Στο εσωτερικό τοποθετούνταν εναλλάξ στρώσεις από ξυλοκάρβουνο και θρυμματισμένο μετάλλευμα. Για να ξεπεράσουν τους 1.000 °C, οι τεχνίτες χρησιμοποιούσαν φυσερά (δερμάτινους ασκούς) συνδεδεμένα με πήλινους σωλήνες (ακροφύσια), διοχετεύοντας συνεχώς οξυγόνο στη φωτιά.
- Το λιώσιμο του μετάλλου: Με τη χημική αντίδραση της αναγωγής, ο χαλκός ελευθερωνόταν, έλιωνε και ως βαρύτερος βυθιζόταν στον πυθμένα της καμίνου. Τα ελαφρύτερα στοιχεία του πετρώματος σχημάτιζαν μια υγρή μάζα που επέπλεε: τη σκωρία (σκουριά).
- Το τελικό προϊόν: Μόλις το καμίνι κρύωνε (ή έσπαγε), οι μεταλλουργοί απομάκρυναν τη σκουριά και μάζευαν τον στερεοποιημένο χαλκό σε μορφή σβώλων. Αυτό το πρώτο υλικό ξαναέλιωνε αργότερα σε μικρά πήλινα χωνευτήρια για να χυτευθεί σε καλούπια και να μεταμορφωθεί σε εργαλεία, όπλα ή κοσμήματα.
















